Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Ποιό είναι το Κομμουναριάτο;


Ποιό είναι το Κομμουναριάτο;

 το κείμενο είναι ακόμα αδιαμόρφωτο 

( Όσοι/σες επιθυμούν να συνδιαμορφώσουν ή να βοηθήσουν στο συντακτικό του κειμένου, οι προτάσεις τους είναι δεκτές. Για επικοινωνία Γιώργος Μεριζιώτης, email: isopedotes@yahoo.gr )


Πιο είναι το Κομμουναριάτο;

 Απο το Commune - Κομμούνα =  Κομμουνάρος- Κομμουνάρια = Κομμουναριάτο, αυτός ο νεολογισμός ως έννοια έρχεται να  εμπλουτίσει την παλιά αλλά και φθαρμένη έννοια Προλετάριος – Προλετάρια = Προλεταριάτο 

    Ο όρος 

 Ο γαλλικός όρος Commune σημαίνει τόσο κοινότητα με την έννοια της αυτοδιοίκησης – ακόμη και στις μέρες μας, όπως και τον 19ο αιώνα, η Γαλλία διαιρείται σε 36 χιλιάδες «κοινότητες» – όσο και κοινότητα με την έννοια των «κοινών», της κοινοκτημοσύνης. Εξ ου και η πολυσημία των όρων révolution communale ή idée communale που σημαίνουν ταυτόχρονα επανάσταση, ή ιδέα, των κοινοτήτων και κομμουναλιστική επανάσταση, με την έννοια της κοινωνικής επανάστασης που επεδίωκε η Παρισινή Κομμούνα. Γι’ αυτό και τον αποδίδουμε συστηματικά με το διπλό όρο κοινότητα/κομμούνα, κοινοτικό/κομμουναλιστικό, κρατώντας το Κομμούνα όταν πρόκειται ειδικά για την παρισινή εκδοχή. 
 
 
 Προλεταριάτο. 
 
Αλλά προτού “αντικαταστήσουμε” την έννοια προλεταριάτο ας δούμε τη σημαίνει ο όρος  προλεταριάτο.
 
Το Προλεταριάτο, (από το Λατινικό "proletarius",πληθ. "proletarii") είναι ένας πολιτικός και κοινωνικός όρος που χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει την εργατική τάξη, την κοινωνική και οικονομική τάξη δηλαδή, που αποτελείται από μισθωτούς εργάτες, το εισόδημα των οποίων προέρχεται από την πώληση της εργατικής τους δύναμης. Το μέλος μιας τέτοιας τάξης ονομάζεται προλετάριος, (θηλ. προλετάρια ή προλετάρισσα). 
 
Ετυμολογικά και ιστορικά ο λατινικός όρος προσδιόριζε - στην αρχαιότητα- εκείνους τους ανθρώπους που δεν είχαν τίποτε άλλο να προσφέρουν στη πολιτεία πέρα από τα αρσενικά παιδιά τους, ως στρατιώτες, (prolet-arius = φτωχός, proles = παιδί, απόγονος). Ο όρος αρχικά χρησιμοποιήθηκε με υποτιμητική έννοια, μέχρι που οι Κάρολος Μαρξ τον χρησιμοποίησε ως έναν κοινωνιολογικό όρο για να αναφερθεί στην εργατική τάξη. Εκτός από τους μαρξιστές τον όρο αυτό τον χρησιμοποίησαν/χρησιμοποιούν και οι αναρχικοί.
 
Στην κοινωνιολογία με τον γενικό όρο «εργατική τάξη» χαρακτηρίζεται το σύνολο των εμμίσθων εργατών/εργαζομένων μιας κοινωνίας οι οποίοι αναγκάζονται για να μπορέσουν να ζήσουν,να πωλούν την εργατική τους δύναμη, είτε χειρωνακτική είναι αυτή, είτε διανοητική. Τα χαρακτηριστικά βάσει των οποίων διαμορφώνεται η εργατική τάξη, τα μεσαία στρώματα και η αστική τάξη, είναι τα εξής:
α. Ιδιοκτησία ή όχι των μέσων παραγωγής,
β. Διευθυντική θέση ή όχι στην παραγωγική διαδικασία,
γ. παραγωγή ή όχι έμμεσης και άμεσης υπεραξίας,
δ. ύψος μισθού. 
 
Έτσι τα άτομα που συνιστούν την εργατική τάξη είναι υποχρεωμένα να πωλούν, (κατά σύγχρονη αντίληψη να νοικιάζουν) ,την εργατική τους δύναμη, ή τέχνη, στους κατόχους των μέσων παραγωγής του κάθε συστήματος ή στους εκάστοτε διαχειριστές αυτού.Υπάρχει μια άποψη που διατυπώνεται από ορισμένους κοινωνιολόγους, ότι, παρά την σαφήνεια του παραπάνω ορισμού, προβλήματα στατιστικής δεν διευκολύνουν ένα σαφή και συνοπτικό ορισμό της εργατικής τάξης. Άλλοι μελετητές και κοινωνιολόγοι διατυπώνουν την άποψη, ότι ο όρος "εργατική τάξη" καλύπτει την κατώτερη κοινωνική τάξη (όλους όσους δουλεύουν χειρωνακτικά ως ημερομίσθιοι εργάτες ή/και διανοητικά ως εργαζόμενοι που πωλούν την διανοητική εργατική τους δύναμη, στα πλαίσια μιας περισσότερο βιομηχανικής, πολυμορφικής οικονομίας. 
 
Η άποψη αυτή -επίσης σύμφωνα με άλλους μελετητές- μπορεί να κριθεί εν μέρει κυκλική, ή όπως λέγεται ταυτολογική, με το επιχείρημα ότι το ορίζον περιέχει το οριζόμενο. Σύμφωνα με τον μαρξισμό η βασική δύναμη που κινεί την ιστορία του ανθρώπου, είναι η πάλη των τάξεων, η πάλη δηλαδή ανάμεσα στην κάθε φορά κοινωνικά κυρίαρχη τάξη και τις κυριαρχούμενες/καταπιεζόμενες τάξεις. 
 
Η πάλη των τάξεων αποτελεί μια βασική κοινωνική σχέση η οποία εμφανίζεται ήδη από την αρχαιότητα, μαζί με την εμφάνιση των ταξικών κοινωνιών και του κράτους. Ώμος δεν παύει να παραμένει ορθή και στην εποχή μας η ανάλυση των σύγχρονων κοινωνιών βάσει της αντίληψης της ύπαρξης των τάξεων και του μεταξύ τους ανταγωνισμού (πάλης). Και αυτό, παρ' όλες τις μεγάλες αλλαγές που έχουν συντελεστεί τις τελευταίες δεκαετίες στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής,(ειδικότερα στην βιομηχανία) και κατ' επέκταση στις καπιταλιστικές κοινωνίες. 
 
Εφ' όσον εξακολουθούν να ισχύουν οι βασικές κοινωνικές αιτίες διαμόρφωσης των τάξεων και των ταξικών διαφορών (ποιος κατέχει τα μέσα παραγωγής και ποιος όχι, ποιος έχει διευθυντική θέση στην παραγωγή και ποιος εκτελεστική, παραγωγή υπεραξίας, ύψος μισθού), τότε εξακολουθεί να ισχύει και ο χωρισμός της καπιταλιστικής κοινωνίας, σε αντιμαχόμενες κοινωνικά τάξεις.
 
Η μαρξιστική θεωρία αντιλαμβάνονται τις κοινωνικές τάξεις τόσο ως κοινωνικές ομάδες, όσο και ως κοινωνικές σχέσεις. Στον αντίποδα τον δυο θεωριών, κατά ορισμένους μελετητές, η περιγραφή της τάξης σαν κεντρικής κοινωνικής σχέσης των σύγχρονων κοινωνιών, έχει περιθωριοποιηθεί στη σύγχρονη ανάλυση. 
 
Κριτικοί του μαρξισμού έχουν μιλήσει για τον θάνατο της τάξης και μαρξιστές θεωρητικοί του σύγχρονου καπιταλισμού για τον παροπλισμό της (demobilization). Κατά μία άποψη, αυτό που έχει πεθάνει ή παροπλισθεί είναι η μυθοπλασία (fiction) της εργατικής τάξης. Αυτή η έννοια έχει αποδομηθεί από την κριτική και άλλες ιστορικές εξελίξεις και καθώς πολλαπλά κοινωνικά “κέντρα” αλληλοσυγκρουόμενων δυνάμεων έχουν καταλάβει το ιστορικό προσκήνιο, η έννοια της εργατικής τάξης έχει περιφερειοποιηθεί και απενεργοποιηθεί. Επίσης, θεωρίες που εκτοπίζουν την οικονομική ουσία της κοινωνίας έχουν επίσης εκτοπίσει τα στοιχεία του μετασχηματισμού της κοινωνίας. 
 
Μια ακόμα ανάλυση θεωρεί ότι μπορεί να πραγματευτεί μια μεγάλη ποικιλία καπιταλιστικών και μή-καπιταλιστικών διαδικασιών που συμβαίνουν στις βιομηχανικές κοινωνίες. Σύμφωνα με αυτή, τα άτομα μπορεί να συμμετέχουν ταυτόχρονα σε διάφορες τάξεις. Επίσης, σύμφωνα με αυτούς τους μελετητές, προβλήματα ανακύπτουν και σε άλλους ορισμούς π.χ. "χαμηλά στρώματα" μιας κοινωνίας και η διακίνηση ατόμων προς και από τα στρώματα αυτά με δεδομένο ότι υφίσταται η διαδικασία της κοινωνικής κινητικότητας (π.χ. ένας εργάτης μπορεί σε κάποια στιγμή της ζωής του να γίνει εργολάβος, ή ένας τεχνίτης υπάρχει μια περίπτωση να αναλάβει μια αντιπροσωπεία και να περάσει στην μικροαστική τάξη, η σε ορισμένες περιπτώσεις στην αστική). 
 
Αντίστοιχα γίνεται αντιληπτή με διαφορετικό τρόπο η έννοια της “πάλης των τάξεων” η οποία αποσυνδέεται από την πολεμική συμβολική και θεωρείται ότι μπορεί να εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Σχετική είναι και η θεώρηση της έννοιας της “πάλης των τάξεων” ως μύθου, από ορισμένους αναλυτές. (1)


Αυτοί που ισχυρίζονται ότι η ταξική πάλη είναι ένας μύθος ,τα ιστορικά κοινωνικά γεγονότα από την Κομμούνα του Παρισιού, μέχρι το Σικάγο τον 19ο αιώνα με τις μάχες για το οκτάωρο, μέχρι τις κοινωνικές εξεγέρσεις και επαναστάσεις (αναφέρομε στα σύγχρονα γεγονότα από τον 19ο αιώνα και δεν γίνετε εδώ να τις απαριθμήσω όλες) σε παγκόσμιο επίπεδο και από τις εξεγέρσεις του Μάη ΄68 μέχρι το Σιάτλ ενάντια στην παγκοσμιοποίηση είναι γεγονότα που είτε λίγο είτε πολύ εντάσσονται στην ταξική πάλη και τους διαψεύδουν οικτρά ότι προκεται για μύθο, ή για μια κατασκευή του Μαρξ.
Η μαρξιστική αλλά και η αναρχική θεωρία αντιλαμβάνονται τις κοινωνικές τάξεις τόσο ως κοινωνικές ομάδες, όσο και ως κοινωνικές σχέσεις.
 
Ο Μαρξ δεν εφεύρε κάτι που δεν υπήρχε, απλά όρισε την “πάλη των τάξεων” και πρόσδεσε ειδικά στο βιομηχανικό προλεταριάτο το έναν ρόλο πρωτοπορίας ως αναφορά το επαναστατικό υποκείμενο, που επαναστατώντας θα απελευθέρωνε το εαυτό του και την υπόλοιπη κοινωνία από τα ταξικά δεσμά.
Οι αναρχικοί σε αυτό το ζήτημα είχαν μια πιο διευρυμένη εικόνα για το υποκείμενο που πιθανόν θα επαναστατήσει γιατί έβαζαν μέσα στην οπτική τους εκτός από το βιομηχανικό και το αγροτικό προλεταριάτο τους ακτήμονες εργάτες γης, του μικρούς αγρότες, και το λούμπεν προλεταριάτο των πόλεων, δηλαδή τους άνεργους και περιθωριοποιημένους παρίας του συστήματος.


Σύμφωνα με τον μαρξισμό η βασική δύναμη που κινεί την ιστορία του ανθρώπου, είναι η πάλη των τάξεων, η πάλη δηλαδή ανάμεσα στην κάθε φορά κοινωνικά κυρίαρχη τάξη και τις κυριαρχούμενες/καταπιεζόμενες τάξεις. 
 
Από την άλλη όμως οι αναρχικοί διαφοροποιούνται στο γεγονός ότι μέσα στην ιστορία του ανθρώπου έχουμε και κεντρικά ιστορία γεγονότα που δεν συνάδουν με τα στενά όρια της πάλης των τάξεων κεθ΄αυτο, παράδειγμα, η πάλη για εξουσία – κυριαρχία και οι κατακτητική πόλεμοι.
Επίσης η αναρχικοί προσέδιδαν όχι μόνο μια οικονομική αλλά και μια άλλη εξίσου σημαντική διάσταση στην πάλη των τάξεων, αυτή της εξουσίας κυριαρχίας. Δεν ήθελαν/θέλουν σε μια μελλοντική κοινωνία να εξαλείψουν μόνο την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο (όπως οι μαρξιστές) αλλά και την εξουσία (σήμερα κυριαρχία)  και ιεραρχία ανθρώπου από άνθρωπο. 
 
Ο Μαρξ και οι μαρξιστές υποστήριζαν ότι το βιομηχανικό προλεταριάτο θα ηγηθεί μιας επανάστασης και μέσα από την δικτατορία του προλεταριάτου θα χρησιμοποίηση το κράτος σαν εργαλείο προς όφελος της εργατικής τάξης απαλλοτριώνοντας και καταργώντας την αστική τάξη, και σε ένα επόμενο στάδιο θα καταργήσει την τάξη του έτσι το κράτος θα αυτοκαταργηθεί, σιγά σίγα θα “μαραθεί” στο επόμενο στάδιο όταν θα έχουν τελειοποιηθεί και αυξηθεί οι παραγωγικές δυνάμεις και η παραγωγικότητα της εργασίας. Είχαν/έχουν μια συγκεντρωτική αντίληψη για την οργάνωση της κοινωνίας όπως οι αστοί (από πάνω προς τα κάτω) και μια άποψη για την οικονομία συγκεντρωτική και πάνω από την κοινωνία, το κέντρο της κοινωνικής ζωής είναι ο χώρος παραγωγής το εργοστάσιο. 
 
Οι αναρχικοί ήταν/είναι εναντίον της δικτατορία του προλεταριάτου και της σταδιακής κατάργησης του κράτους, έλεγαν ότι αν το προλεταριάτο δεν καταργήσει άμεσα το κράτος θα έρθουν νέα δεσμά αυτή τη φορά πιο βαριά και από την στιγμή που ένα τμήμα του, η πρωτοπορία, θα αναλάβει την διεύθυνση των κρατικών υποθέσεων μια νέα τάξη αυτή της εργατικής αριστοκρατίας θα δημιουργηθεί πάνω από το προλεταριάτο για το προλεταριάτο, γιατί το κράτος είναι φορέας, αναπαραγωγός και διατηρητής της ταξηκότητας, δηλαδή της ταξικής κοινωνίας. Είχαν/έχουν μια αντίληψη για την κοινωνική οργάνωση αποκεντρωμένη (από κάτω προς τα πάνω) σε αυτόνομες κοινότητες (κομμούνες) που συνενώνονται σε ομοσπονδιακή και συνομοσπονδιακή βάση, και μια αντίληψη για την οικονομία (όχι από πάνω) μέσα στην κοινότητα, το κέντρο της κοινωνικής ζωής είναι η κοινότητα.
 
Παρομοίως

Την ταξική πάλη – από πάντα – δεν την αντιλαμβανόμαστε γραμμικά αλλά δυναμικά, άλλοτε είναι σε άνοδο- κορύφωση και άλλοτε σε πτώση – κάμψη, φυσικά πρέπει και χρειάζεται να εντάξουμε στην ταξική πάλη και νέα θεματολογία λχ την κλιματική κρίση ως «νέο καιρικό μέτωπο» γιατί σε εμάς τις κατώτερες τάξεις έχουν ή θα έχουν μεγαλύτερη επίπτωση οι συνέπειες από την κλιματική κρίση, το γενικότερο οικολογικό, το διατροφικό (έλεγχος των τροφίμων από πολυεθνικές, νοθεία, μεταλλαγμένα, τιμές κλπ) το θεσμικό και πολλά ακόμα...

... για μας η ταξική κυριαρχία δεν εδράζεται μόνο στην οικονομική εκμετάλλευση, αλλά και στην ιεραρχία και κυριαρχία ανθρώπου από άνθρωπο...
Σκοπός του κειμένου δεν είναι μια λεπτομερή και εμπεριστατωμένη ανάλυσης των διαφορών του μαρξιστικού εξουσιαστικού σοσιαλισμού και του αναρχικού αντιεξουσιαστηκού σοσιαλισμού γιατί άλλες είναι η επιδιώξεις του, αν καταπιάστηκε με τις διαφορές ο βασικός λόγος είναι ότι αν δεν αναφερθείς σε αυτά τα θεμελιακά ζητήματα έστω και περιληπτικά δεν μπορείς να περάσεις σε μια νέα τοποθέτηση από την στιγμή που στην αντίληψη – θέση σου εμπεριέχετε η ταξηκότητα ως ένα από τα κεντρικά ζητήματα. Ενάντια σε διαταξηκές αντιλήψεις – θέσεις του τύπου ότι το ταξικό ζήτημα δεν είναι κεντρικό, ή αντιλήψεις- θέσεις του τύπου δεν υπάρχουν τάξης, ειδικά αυτές τις τελευταίες απόψεις- θέσεις και τους φορείς – άτομα που τις εκφράζουν, τους ονομάζω, όχι μόνο τσιράκια του συστήματος, αλλά και μαφίες και απατεώνες τις σκέψης. 
 

Σκιαγραφώντας το ταξικό υποκείμενο της σημερινής εποχής


Από αυτή την πλευρά, οι υπάλληλοι, οι τεχνικοί, οι μαθητές- φοιτητές χωρίς προοπτική  και οι λούμπεν (τα κατώτερα ταξικά στρώματα του συστήματος),  μπορεί να έχουν την ίδια αντιληπτική στάση της κατάστασης τους , να είναι διαθέσιμοι για αγώνες  όπως και οι εργάτες. Η ενότητα των «λούμπεν» και των «μηχανικών», η σύγχρονη περιθωριακότητα «των φοιτητών χωρίς διπλώματα και των πτυχιούχων χωρίς δουλειά», οι περιθωριοποιημένοι μικρό συνταξιούχοι, οι προλεταριοποιημένοι μικροί αγρότες, ακόμα και οι μετανάστες μπορεί να βρεθούν και να είναι κάποια στιγμή διαθέσιμοι για αγώνες ή αναρτοπες.
 
Ενάντια σε μια διαταξική αντίληψη  δεξιόστροφου λόγου που αναπαράγεται τον τελευταίο καιρό στον ελλαδικό εμείς προτείνουμε το παρακάτω περίγραμμα που λίγο ως πολύ ισχύει και για την ελληνική κοινωνία χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στις σημερινές συνθήκες δεν χρειάζεται μια νέα πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση των  κοινωνικών συνθηκών που διαμορφώνει ο καπιταλισμός, όπου εννοείτε ότι μέσα σε αυτές ζούμε και αγωνιζόμαστε.   Άλλωστε κάνοντας μια κοινωνική χαρτογράφηση του αναρχικού κινήματος  τη χώρα μας θα δούμε ότι σε μικρογραφία  από αυτές τις τάξις και υπό κατηγορίες αντλούν διαθεσιμότητα οι αναρχικές ιδέες. (*)

 
Για επεξεργασία ανάλυση 
 
0) οι ταξικές σχέσης 

1) ανεξάρτητα από την θέση στον παραγωγικό τομέα (κλάδο), υπάλληλος, εργάτης μισθωτός (ιδιωτικώς- δημόσιο) υποαπασχολούμενος, ωρομίσθιος άνεργος, αγρότης

2) κοινά προβλήματα

3) κοινές θέσεις

4) Επανεφευρίσκοντας την κοινότητα (κομμούνα)



 Η κοιλιά και η συνείδηση

Σήμερα παρ όλη την τεράστια φτώχεια στις λεγόμενες υπό ανάπτυξη χώρες ή την φτωχοποίηση μεγάλων πληθυσμιακών κομματιών στον λεγόμενο αναπτυγμένο κόσμο, δεν διαφαίνονται εκείνες οι συνθήκες για την υπέρβαση και ανατροπή αυτής της κατάστασης από τις καταπιεσμένες – εκμεταλλευόμενες τάξεις, γιατί η ανατροπή αυτής της τάξης πραγμάτων όπως και των παλιότερων δεν έχει να κάνει μόνο με ζητήματα κοιλιάς, (φτώχεια, ένδεια κλπ). Η καταπιεσμένη ανθρωπότητα αν δεν έχει  ένα προταγματικό όραμα να μεταβεί κάπου, σε μια νέα κατάσταση, σε έναν νέο κόσμο  δεν πάει πουθενά, ή όταν εξεγείρεται σαν τον  αρτέμονα κοχλία που γυρίζει γύρω από τον εαυτό του διεκδικεί ή αναπαράγει αυτό που υπήρξε ή υπάρχει, έγραφα σε μια  μπροσούρα  το 2008.

{…} Ένας δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την εποχή μας όπου κανείς δε μένει – άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο – ανεπηρέαστος από αυτήν. Αυτό φυσικά ισχύει και για τους αναρχικούς ανεξάρτητα αν ιστορικά είναι δικαιωμένοι στην κριτική τους τόσο για την σάπια ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατία όσο και για την ριζοσπαστική εκδοχή της, τον μπολσεβικισμό. Ειναι οτι  η σοσιαλιστική προοπτική της ανθρωπότητας βάλτωσε και μετά βούλιαξε στους παγωμένους βάλτους της Σιβηρίας και από προοπτική ευτοπικής απελευθέρωσης, έγινε δυστοκία και χίμαιρα στα μάτια των προλετάριων της σημερινής εποχής, ενώ ο ρεπουμπλικανικός νεοφιλελευθερισμός μάς έχει μετατρέψει σε μικροϊδιοκτήτες της αθλιότητας και παθητικές ιδιωτικοποιημένες πληθυσμιακές στοίβες οπαδών – ψηφοφόρων – καταναλωτών.

Το χάσιμο της έννοιας της «society will» (κοινότητας θελήσεων), είναι που δυσκολεύει εμάς και τους προλετάριους της σημερινής εποχής στη συλλογική μας συγκρότηση. Είναι περισσότερο το χάσιμο του ονείρου για μια κοινωνία προς το ανθρωπινότερο, δηλαδή της πίστης ότι μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και κυριαρχία από άνθρωπο σε άνθρωπο, και λιγότερο οι λύσεις που προσφέρει ο καπιταλισμός που σχίζουν την κοινότητά μας. Πόσο μάλλον, από τη στιγμή που ο κοινωνικός δαρβινισμός «ο πόλεμος όλων εναντίον όλων», δηλαδή ο ανταγωνισμός και ο ατομικισμός του «ο σώσον εαυτό σωθήτο» έχουν γίνει καθολικά καθημερινά φαινόμενα.
 
Ο νεοφιλελευθερισμός δεν επικράτησε μέσα από καμιά ηρωική μάχη για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έδωσε καμιά τέτοια μάχη. Ήρθε και θρονιάστηκε στην παρακμή των σοσιαλιστικών ιδεών από τη στιγμή που αυτές έγιναν μπολσεβίκικη σταλινική εκδοχή, και στη ρεφορμιστική του έκδοση σοσιαλ-φιλελευθερισμός.

 Εάν ο σοσιαλισμός είναι σε κρίση, αναφέρει ο Κόλιν Γουόρντ, αυτό συμβαίνει «ακριβώς επειδή το παγκόσμιο σοσιαλιστικό κίνημα προσανατολίστηκε προς τη διεύρυνση της κρατικής εξουσίας και όχι προς τον περιορισμό και τελικά την κατάργηση της». Η χρεοκοπία σε πλανητική κλίμακα της μαρξιστικής ιδεολογίας και γενικότερα του κρατικού πνεύματος του σοσιαλισμού είχε ως μία από τις πιο πρόσφατες συνέπειές της την αναβίωση του φιλελευθερισμού, που διαβρώνει προοδευτικά όχι μόνο τις εδώ και δεκαετίες κοινωνικές κατακτήσεις των λαϊκών τάξεων, αλλά και την ίδια την ιδέα της δημόσιας υπηρεσίας.

Η ελευθεριακή – αναρχική σκέψη οφείλει να επαναδιατυπώσει ένα κοινοτικό πρόταγμα, έτσι ώστε «ο έλεγχος της κοινότητας, εάν και όταν καταστεί αποτελεσματικός, να αποτελέσει μια συντριπτική πρόκληση όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά και για τους διαχειριστές του κεφαλαίου και της οικονομίας». Ο «νέος» αναρχισμός οφείλει να στηρίξει τη «συλλογική δράση ως εναλλακτική λύση απέναντι στην ιδιωτικοποίηση ή στην κρατική ρύθμιση».
 
Η κοινοτική ιδέα του αναρχισμού θα μπορέσει να έχει μια πραγματική δυνατότητα εφαρμογής σε ευρεία κλίμακα, μόνο στο μέτρο που τα νέα αντιφιλελεύθερα κινήματα θα είναι ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση τα δόγματα της αριστεράς του κράτους: «Είναι πέραν κάθε αμφισβητήσεως, ότι τον επόμενο αιώνα (συμ.τ. συν, ο Γουόρντ αναφέρεται στον 21ο αιώνα) τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας πρέπει να επανεξεταστούν, προκειμένου να δημιουργηθεί μία κοινωνία πρόνοιας πάνω στα ερείπια του κράτους πρόνοιας».

Η εναλλακτική λύση απέναντι στην κρίση του κοινωνικού κράτους δεν μπορεί λοιπόν παρά να προέλθει από μία σύγχρονη ανάγνωση της κοινοτικής παράδοσης του αναρχισμού: η «κοινωνία της πρόνοιας», όπως την αποκαλεί ο Γουόρντ, οφείλει να είναι αποκεντρωμένη και οργανωμένη πάνω σε ελευθεριακές, αμεσοδημοκρατικές, συνομοσπονδιακές βάσεις». {…}


--------------------------------------------------------------------------------


Ποιό είναι το Κομμουναριάτο;
 
1. Σκιαγραφώντας την κατάσταση
Εκείνο που είναι ενδιαφέρον, στην προκειμένη περίπτωση, είναι ότι οι νέες καταστάσεις  που προβάλλουν στο προσκήνιο – παράλληλα με τα παλιά προβλήματα – στο μέτρο που γίνονται πια ολοφάνερες στα μάτια χιλιάδων προλετάριων της σημερινής εποχής ορισμένες καταστάσεις, λογουχάρη, ο αποκλεισμός των εφικτών λύσεων μέσα στη αστική καπιταλιστική κοινωνία, η πλήρης αποτυχία του σοβιετικού αυταρχικού  «κομμουνισμού»  από την άποψη των δεδηλωμένων του στόχων, η συμπαιγνία ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία, τον “προωθημένο φιλελευθερισμό” και μια ορισμένη λανθάνουσα φασιστικοποίηση ρατσιστικοποίηση της κοινωνίας, αναγκάζουν ένα ποσοστό του προλεταριάτου των πόλεων (ιδιαίτερα των νέων) και ορισμένα στρώματα των μισθωτών να αντιμετωπίσουν συνολικά το σύστημα και (τηρουμένων των αναλογιών), όπως έκανε και το βιομηχανικό προλεταριάτο των πόλεων στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα. 
 
Αν σήμερα  σπρώχνονται  εκατοντάδες χιλιάδες καταπιεσμένοι και εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι στο να διεκδικούν αυτό που ήδη υπάρχει – υπήρξε   και στον κρετινισμό του κοινοβουλευτισμού, αύριο θα καταλάβουν ότι αυτό το σύστημα δεν επιδέχεται βελτίωση προς το ανθρωπινότερο ούτε καν μεταρρύθμιση, γιατί η αξιακή του αναγωγή βασίζεται στο “ παν μέτρο είναι το χρήμα  το κέρδος και η κυριαρχία  ”.

Ανοίγοντας μια παράγραφο ισχυριζόμαστε ότι :

Ενώ έχουμε απομακρυνθεί πολύ από την εποχή της βιομηχανικής αστικής πρωτοσυσσώρευσης κεφαλαίου και την προβληματική της, στην πραγματικότητα όμως δεν την εγκαταλείψαμε ποτέ, γιατί αυτό που έχει σημασία είναι ότι το προλεταριάτο, στον εμπειρικό προσδιορισμό του, από τη μια δεν είχε εκληφθεί μόνο σαν οι χειρώνακτες εργαζόμενοι, οι παραγωγοί, αλλά προπάντων σαν η δυνατή ελευθερία. Από την άλλη οριζόταν αρνητικά για να τονιστεί ότι αποτελεί το αντίθετο της αστικής τάξης.

Μέσα σε μια κατάσταση όπου η μεγάλη τάση του σύγχρονου κόσμου είναι – για πρώτη φορά σε τέτοιο μέγεθος στην ιστορία – η πολιτική πόλωση της κοινωνίας σε δύο τάξεις, η αστική τάξη έχει στην κατοχή της τα μέσα παραγωγής και απολαμβάνει από αυτά, ενώ το προλεταριάτο ούτε τα έχει στην κατοχή του, ούτε απολαμβάνει τίποτα. Προτιμούμε να λέμε «έχει στην κατοχή της» και όχι «είναι ιδιοκτήτρια», για να κάνουμε πιο φανερό ότι η νομική ιδιοκτησία είναι ένα ιδεολογικό εποικοδόμημα που μπορεί να αντικατασταθεί από ένα άλλο. Για παράδειγμα με τη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τη κομματική – κρατική γραφειοκρατία.

Ο καπιταλισμός στην πραγματικότητα δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Αντίθετα, τα διαπλέκει, τα εντείνει και το κυριότερο τα μεταθέτει στο χρόνο. Ούτε τα ζητήματα της φτώχιας διευθετεί. Αυξάνει τόσο την σχετική όσο και την πραγματική φτώχια, εν μέσω αφθονίας -εδώ να σημειώσουμε ότι είναι πράξη ελευθερίας το να επιλέξεις να ζεις λιτά, αντίθετα όταν σου το επιβάλλουν είναι πράξη καταναγκασμού- ούτε τα νέα ζητήματα ελευθερίας,  ούτε τα οικολογικά προβλήματα που διογκώνονται και προσπαθούν να μας πείσουν οι ελίτ ότι είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι. Και ενώ  πετά έξω από την παραγωγική διαδικασία (ανεργία) λόγο του  αυτοματισμού της ρομποτικής και της οικονομικής αναδιάρθρωσης  χιλιάδες εργαζόμενους  μετατρέποντας τους  σε πλεονάζοντας πληθυσμούς  προσπαθεί να διαχειριστή αυτή την κρίση – αναδιάρθρωσης με νέο δεσποτικούς νέο απολυταρχικούς τρόπους.

Παράλληλα  η συστημική κρίση είναι πολυδιάστατη και αγγίζει όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής είναι κρίση οικονομική, θεσμική, οικολογική , πολιτισμική. Για να επανέλθουμε στο θέμα μας, τα ζητήματα ποιότητας ζωής,  το οικολογικό –  κλιματικό πρόβλημα η οικονομική περιθωριοποίηση του  λαού  είναι άμεσα συνδεμένα με τα κοινωνικά και ταξικά – ζητήματα.

3. Κοινωνία και ταξική πάλη (βασικές κοινοτοπίες)

α) Εκμεταλλευτές – εκμεταλλευόμενοι

Προκύπτει η ανάγκη μίας συνοπτικής αναφοράς στην ταξικότητα του συστήματος και επομένως στο υποκείμενο στο οποίο απευθυνόμαστε, καθώς είναι απαραίτητη η διαφοροποίηση από διαταξικές, δεξιόστροφες, στιρνερικές και νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις και λογικές που καλλιεργεί η κυριαρχία και αναπαράγει δυστυχώς  ένα κομμάτι του αναρχικού χώρου. Επιπλέον, αν και η ταξική πάλη δεν είναι γραμμική, αν και έχει σημεία ύφεσης και κορύφωσης, δεν πρέπει να  παραγνωρίζουμε ότι η ταξική διαίρεση της κοινωνίας αναπαράγεται σε συνέχεια και προς όλες τις κατευθύνσεις.
Ξέχωρα όμως από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης, διακρίνουμε και μορφές κοινωνικού αγώνα, που δεν είναι κατ’ ανάγκη ταξικές, αλλά που μέσα από τους αγώνες και τις διεκδικήσεις τους θέλουν και προσπαθούν να διευρύνουν τις μορφές της κοινωνικής ελευθερίας. Αναφερόμαστε σε αγώνες ενάντια στον ρατσισμό, τον σεξισμό την πατριαρχία, του περιβαντολογικους, φεμινιστικούς  αγώνες κλπ.

Αν και οι αντικειμενικές συνθήκες, δηλαδή η ταξική διαίρεση της κοινωνίας και ο ίδιος ο ρόλος και η θέση των εκμεταλλευόμενων – εξουσιαζόμενων σε αυτή, είναι που δημιουργούν την ανάγκη για υπέρβαση και ανατροπή του συστήματος, και που οδηγούν και πολλές φορές σε αυθόρμητες αντιδράσεις, αυτές η αντιδράσεις δεν είναι από μόνες τους ικανές για την υπέρβαση και την ανατροπή του. Χρειάζεται να αναπτυχθεί η επαναστατική συνείδηση. Χρειάζεται να αναπτυχθούν εκείνοι οι υποκειμενικοί παράγοντες, που μπορούν οδηγήσουν στην συνολική ανατροπή του συστήματος .

β) Διευθυντές – διευθυνόμενοι (εξουσιαστές – εξουσιαζόμενοι)

Η ταξική πάλη είναι κεντρικό σημείο αναφοράς στην αντίληψή μας, και δεν αναφέρεται μόνο στην οικονομική εκμετάλλευση αλλά και στην σχέση μεταξύ διευθυντή – διευθυνόμενου δηλαδή στην σχέση μεταξύ μίας πολιτικής και τεχνικογραφειοκρατικής ελίτ η οποία σχεδιάζει, αποφασίζει και επιβάλλει και της υπόλοιπης κοινωνίας που απλώς εκτελεί.

Το κράτος ως υπερθεσμός και ως κύριος εκφραστής της ταξικότητας της καπιταλιστικής κοινωνίας, αναπαράγει και επιβάλλει την  ταξική διαίρεση της κοινωνίας, τις ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις, και προσπαθεί να συγκεντρώνει στα χέρια του και να διαμεσολαβεί σε κάθε λειτουργία της κοινωνικής ζωής. Επομένως, η ταξική πάλη είναι πάλη ενάντια στον καπιταλισμό και το κράτος το οποίο ζει σε βάρος του δημοσίου δηλαδή της κοινωνίας.

Το βασικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού είναι η ιδιοποίηση του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου μέσω της ατομικής μορφής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής, και συνεπώς η επικαρπία της υπεραξίας από τους καπιταλιστές. Ο χαρακτήρας της καπιταλιστικής μορφής παραγωγής συνιστά την κύρια μορφή εκμετάλλευσης. Παράλληλα, η αναπαραγωγή του κεφαλαίου δημιουργεί  και επιβάλλει τις αντίστοιχες κοινωνικές σχέσεις (εμπορευματοποίηση, αλλοτρίωση, ανταγωνισμός, ατομισμός, ιεραρχία , κυριαρχία κλπ), με το κράτος, σαν συλλογικό καπιταλιστή, να αναπαράγει και να διαιωνίζει με τη βία αυτές τις σχέσεις. Η πάλη ενάντια σε αυτές τις σχέσεις στο πεδίο της ταξικής σύγκρουσης έχει να κάνει με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής στην κατεύθυνση της αταξικής, ακρατικής κοινωνίας, μέσα από την κοινωνική επανάσταση, η οποία, σε αντιδιαστολή με την πολιτική, δεν επιζητά την επανασύσταση και επαναδημιουργία του κράτους και τους θεσμούς του.

Αντίθετα με την πολιτική επανάσταση ή τις πολιτικές μεταρρυθμίσεις – και εννοούμε πολιτική, τη διαχείριση του συστήματος της ανισότητας και της κυριαρχίας σε όλα τα επίπεδα – η κοινωνική επανάσταση σε όλα τα επίπεδα, είναι η αναγκαία συνθήκη για να αποκτήσει η πολιτική την πραγματική της σημασία. Να περάσει, δηλαδή,  στα χέρια των πολιτών η διεύθυνση  και η διαχείριση  τον λειτουργιών της πόλης, της κοινότητας, της εργασίας  και της συλλογικής δημόσιας  ζωής.

Σε μια κοινωνία όπου κυριαρχείται από αλλοτριωμένες κοινωνικές ταξικές σχέσεις που επιβάλει η εκάστοτε πολιτική-οικονομική ελίτ μέσω του κράτους (δηλαδή της «νομιμοποιημένης» δομικής βίας), μεταξύ εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου, διευθυντή και διευθυνόμενου, κυβερνήτη και κυβερνώμενου δεν θα είναι ποτέ αληθινά δίκαιη, ούτε θα είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Μια κοινωνία διχαστικά πολωμένη μεταξύ φτώχειας και πλούτου, μεταξύ αυτών που δίνουν εντολές και αυτών που εκτελούν δεν θα είναι ποτέ οικολογικά ισορροπημένη, γιατί η κυριαρχία απέναντι στην φύση έχει τις ρίζες της στην κυριαρχία ανθρώπου από άνθρωπο. Η οικολογική ισορροπία προϋποθέτει την κοινωνική αρμονία.

4.  Σκιαγραφώντας το υποκείμενο της σημερινής εποχής

Από αυτή την πλευρά, οι υπάλληλοι, οι τεχνικοί, οι μαθητές- φοιτητές χωρίς προοπτική  και οι λούμπεν (τα κατώτερα στρώματα του συστήματος),  μπορεί να έχουν την ίδια αντιληπτική στάση της κατάστασης τους , να είναι διαθέσιμοι για αγώνες  όπως και οι εργάτες. Η ενότητα των «λούμπεν» και των «μηχανικών», η σύγχρονη περιθωριακότητα «των φοιτητών χωρίς διπλώματα και των πτυχιούχων χωρίς δουλειά», οι περιθωριοποιημένοι μικρό συνταξιούχοι, οι προλεταριοποιημένοι μικροί αγρότες, ακόμα και οι μετανάστες μπορεί να βρεθούν και να είναι κάποια στιγμή διαθέσιμοι.

Ενάντια σε μια διαταξική αντίληψη στιρνερικού δεξιόστροφου λόγου που αναπαράγεται τον τελευταίο καιρό στον ελλαδικό αναρχικό χώρο, εμείς προτείνουμε το παρακάτω περίγραμμα που λίγο ως πολύ ισχύει και για την ελληνική κοινωνία χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στις σημερινές συνθήκες δε χρειάζεται μια νέα πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση των  κοινωνικών συνθηκών που διαμορφώνει ο καπιταλισμός, όπου εννοείτε ότι μέσα σε αυτές ζούμε και αγωνιζόμαστε.   Άλλωστε κάνοντας μια κοινωνική χαρτογράφηση του αναρχικού κινήματος  τη χώρα μας θα δούμε ότι σε μικρογραφία  από αυτές τις τάξις και υπό κατηγορίες αντλούν διαθεσιμότητα οι αναρχικές ιδέες. (*)

Η διαφορά εμάς των δρώντων αναρχικών με την υπόλοιπη καταπιεσμένη κοινωνία (δηλαδή πάνω από το 80 τις εκατό του πληθυσμού), έγκειται  στο ότι εμείς βρισκόμαστε σε άλλους χρόνους εξεγερτικούς- επαναστατικούς ενώ αυτή όχι. Ένα μεγάλο μέρος του  αγώνας μάς επικεντρώνεται και πρέπει στον σινχρονισμό με την καταπιεσμένη κοινωνία όχι προς την μεριά της αδράνειας αλλά προς την μεριά μας της κοινωνικής επανάστασης .  Ώμος όταν δεν συμβαίνει αυτό βρίζουμε τους καταπιεσμένους – εκμεταλλευομένους υπεκφεύγοντας και παρακάμπτοντας την δική μας ευθύνη  και αδυναμία να προτείνουμε κοινωνικά προγράμματα και συνεκτικές κοινωνικές  δομές,  έτσι ανυψωνόμαστε πάνω από την τάξη μας αποκτώντας μια ελιτίστικη αριστοκρατική νοοτροπία.

Είμαστε κατηγορηματικά αντίθετη με αυτή την νοοτροπία, είμαστε σάρκα από την σάρκα αυτής της καταπιεσμένης εκμεταλλευομένης κοινωνίας και ότι πάθη αυτή θα πάθουμε και εμείς, κλίνοντας τη παράγραφο  θα αναφερθούμε σε μια σοφή ρύση ενός συντρόφου και ο νοών νοείτω,  « Πιο εύκολα πεθαίνεις για της ιδέες σου παρά ζώντας με αυτές » .

Με αυτήν ακριβώς την έννοια, ανακαλύπτουμε πάλι ορισμένες κριτικές και δράσεις ενάντια στο συνδικαλιστικό οικονομισμό (τραίηντ-γιούνιονς) και κορπορατιβισμό,  κριτικές ενάντια στις δομές κυριαρχίας, στην πατριαρχική  οικογένεια και την καθημερινή ζωή. Επιπλέον, ορισμένες μορφές αγώνα που κατατείνουν να αυτονομηθούν και να αυτοοργανωθούν έξω από το κατεστημένο συστημικό συνδικαλιστικό πλαίσιο,  όπως και αρκετοί κοινωνικοί αγώνες έξω από την πολιτική διαμεσολάβηση, αλλά και  το σαμποτάζ και ορισμένες μορφές άμυνας, περισσότερο ή λιγότερο παράνομες, ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια.

Δεν είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι οι καταπιεζόμενοι – εκμεταλλευόμενοι της σημερινής εποχής, θα ακολουθήσουν τον έναν  ή τον άλλο δρόμο. Εκείνο, όμως, που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι, ότι χωρίς πλατιές μαζικές ελευθεριακές, αντιιεραρχικές, αντισυγκενρωτικές  οργανώσεις, χωρίς λαϊκά αντιθεσμικά όργανα, χωρίς συνοχή θεωρίας και πράξης δεν μπορεί να επιτευχθεί αυτός ο αγώνας. Ή που θα είναι αγώνας απελευθερωτικός ή που δε θα είναι!

Καθώς δεν μπορεί να υπάρξει ελευθεριακη-αντιιεραρχική κοινωνία χωρίς ελευθεριακούς-αντιεξουσιαστές, και καθώς αυτοί δημιουργούνται μόνο από την ορθολογική συζήτηση και κατανόηση των αγώνων, εκείνοι που ήδη αντιπαρατίθενται στο κράτος και την ταξική κυριαρχία οφείλουν να υποστηρίξουν και να βοηθήσουν θετικά και πρακτικά αυτές τις διαδικασίες και τους αγώνες .

Σ΄ αυτή την κατεύθυνση, είναι αναγκαία η δημιουργία ελευθεριακών συλλογικοτήτων δράσης (συμβούλια γειτονιάς, επιτροπές κατοίκων, συνεργατικές δράσεις, αυτόνομα συνδικάτα, πολιτιστικά στέκια, εργασιακά συμβούλια, σύλλογοι νέων και φοιτητών, οικολογικές ομάδες και οργανώσεις, οικοκοινότητες,  κτλ), που μπορούν να μετατραπούν σε  όργανα αποδόμησης του κρατικού  και κομματικού ελέγχου και ρήξης με την υπάρχουσα κατάσταση.

Αυτά τα όργανα αποδόμησης, σε οριζόντια διασύνδεση, συνεργασία και συντονισμό, τόσο για τα ιδιαιτέρα, τα τοπικά, όσο και για τα γενικότερα προβλήματα και ενδιαφέροντα τους, πρέπει να εμπεριέχουν ξέχωρα από το μερικό και το ολικό ζήτημα ανατροπής, μέσα από τη σύνδεση της καθημερινότητας με τα υπαρκτά προβλήματα που δημιουργεί αυτή η κοινωνία της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και της μόλυνσης, σε  μια διαδικασία αναπόσπαστη από την υπόθεση της συνολικής ρήξης και ανατροπής της κεφαλαιο-κρατικής  κοινωνίας.

Αυτές οι αυτοθεσμίσεις χρειάζεται να δημιουργούν το δικό τους πρότυπο ζωής, τη δική τους «εσωτερική» ζωή με τις δικές τους ανθρώπινες σχέσεις που είναι  ενάντια στην αλλοτρίωση και ενάντια στην  αποξένωση, όπου ο κάθε αγωνιστής, αλλά και ο καθένας καταπιεσμένος άνθρωπος, θα πρέπει να βρίσκει ζεστασιά, κατανόηση, αγάπη, θαλπωρή και αλληλεγγύη. Αυτές οι αυτοθεσμίσεις, αυτοί οι συλλογικοί οργανισμοί μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν την «αντι- κοινωνία» μας, το πρόπλασμα για την μετάβαση στην νέα κοινωνική ζωή.

2) Ποιες είναι οι βασικές αρχές της αυτοδιεύθυνσης; Θα τις αναφέρουμε εν συντομία: Αυτοδιεύθυνση, σημαίνει εξ΄ ορισμού αυτοκαθορισμός. Αποκλείει τη διεύθυνση άλλων, την κυριαρχία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο.  Αποκλείει, όχι μόνο τη διαρκή  νομική κατοχυρωμένη εξουσία του κράτους με τους καταπιεστικούς θεσμούς, αλλά απαιτεί την κατάργηση της αρχής του κράτους από τις ανεπίσημες ενώσεις του λαού: από τα συνδικάτα, από τους χώρους εργασίας και από τις μυριάδες συσπειρώσεις  και σχέσεις που συγκροτούν την κοινωνία.

Η Αυτοδιεύθυνση, εξ΄ ορισμού, είναι η ιδέα ότι οι εργάτες (όλοι οι εργάτες περιλαμβανομένων των τεχνικών, των μηχανικών, των επιστημόνων, των προγραμματιστών, των συντονιστών, όλων), που απασχολούνται με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών μπορούν οι ίδιοι να διευθύνουν και να συντονίζουν αποτελεσματικά την οικονομική ζωή της κοινωνίας. Αυτή η πίστη στηρίζεται σε τρεις αδιαχώριστες αρχές: α) πίστη στη δημιουργική ικανότητα των μαζών, στον διασυρμένο “κοινό άνθρωπο” και όχι σε μια αριστοκρατική τάξη “ανώτερων”  ανθρώπων, β) αυτονομία (αυτοκυβέρνηση), γ) αποκέντρωση και συντονισμός, με την ελεύθερη συμφωνία του φεντεραλισμού (ομοσπονδιοποίηση).


Δείτε επίσης:
 
Κομμούνα: Λέξεις για την Ιστορία
 
«Η φράση «le régime communard» είναι συχνότατη στις εχθρικές καταγραφές μεταξύ 1871 και 1875, όταν η Κομμούνα περιγράφεται από τους αντιπάλους της ως το «καθεστώς» της βαρβαρότητας των κομμουνάρων. Στην πραγματικότητα, η χροιά ήταν τόσο περιφρονητική όσο και στα ελληνικά στις λέξεις «το κομούνι, τα κουμούνια» κλπ. Ήδη, όμως, εντός της ίδιας δεκαετίας, η λέξη communard άρχισε σιγά-σιγά να αποφορτίζεται από τον υποτιμητικό και μειωτικό χαρακτήρα της μέσα σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα λόγου…»
 
Πηγή:  Κομμούνα: Λέξεις για την Ιστορία


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου